ετεροφορία

η
(οφθαλμ.) στιγμιαία και παροδική λειτουργική διαταραχή τής διόφθαλμης όρασης που έχει σχέση με μεταβολές τής ισορροπίας τών οφθαλμοκινητικών μυών, είδος παροδικού στραβισμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ. < νεολατ. heterophoria < hetero- (πρβλ. ετερο-*) + -phoria (πρβλ. -φορία < -φορος < φέρω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εσωφορία — η (οφθαλμ.) διαταραχή τής διόφθαλμης (αμφοτερόφθλαμης) οράσεως, βλ. ετεροφορία …   Dictionary of Greek

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

  • ορθοπτικός — ή, ό 1. ο σχετικός με τη διόρθωση τών ελαττωμάτων τής διοφθάλμιας όρασης, όπως είναι ο στραβισμός, η ετεροφορία, η ανεπάρκεια σύγκλισης 2. φρ. α) «ορθοπτικές ασκήσεις» θεραπεία για την ορθή επικέντρωση τών οφθαλμικών αξόνων β) «ορθοπτική καμπύλη» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.